Δεν είναι η πρώτη φορά που η Αναστασία Καλλία απασχολεί με ευχάριστο πάντα τρόπο την σκηνή της ελληνικής ποιητικής παραγωγής. Η ποιητική της φλέβα φάνηκε από τα δεκατέσσερά της, κερδίζοντας ένα διαγωνισμό ποίησης του συλλόγου «Φίλων» και κατόπιν το 1996 πήρε το δεύτερο της βραβείο σε διαγωνισμό ποίησης του συλλόγου «Νέα Κίνηση Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης».
Τα νέα ποιήματά της φανερώνουν πρωτοτυπία στον στίχο που Ξαφνιάζει τον αναγνώστη με τρόπο ευχάριστο και ιδιαίτερο, πράγμα που δείχνει ενδιαφέρουσα πένα με οξεία άποψη. Εμφανίζεται έτσι ικανή να συνδυάσει τον λυρισμό με τον ερωτισμό σε ένα αρμονικό αποτέλεσμα, διατηρώντας την οικονομία του λόγου. Με ωριμότερη πλέον γραφή, αποσκοπεί να συγκινήσει τον αναγνώστη παρασέρνοντάς τον σε μια συναισθηματική ανασύνθεση, μέσα από τη ροή του λόγου.“Αγνοώντας τους πειρατές που κούρσευαν το μέσα μας …..
πετώντας σε κάτι ξερονήσια
φτωχά κουφάρια…
Τίποτε δεν κάναμε …τίποτε
χάσαμε τα ταξίδια τα δικά μας
και το τιμόνι που μύριζε
ξύλο κι ομίχλη…
Το πλοίο, τα πλοία
λιμάνια και χάρτες χάσαμε
τη νέα γη
που δεν προσθέσαμε για να τη βρουν
γενιές κατοπινές…
Το όνειρο χάσαμε
που κρύφτηκε πίσω από τον ορίζοντα
απογοητευμένο
από
δειλούς.”

0 Σχόλια
Αποφύγετε τις ύβρεις για να μην αναγκαζόμαστε να διαγράφουμε.Είμαστε υπέρ της ελεύθερης έκφρασης και του διαλόγου