Σε μια ξαφνική επίθεση φιλίας προς την Ελλάδα, ο αντικαγκελάριος της Γερμανίας Ζίγκμαρ Γκάμπριελ κάνει «εκστρατεία» υπέρ της ελάφρυνσης του χρέους, «εφόσον η Ελλάδα συνεχίσει να ασχολείται σοβαρά με τις μεταρρυθμίσεις», και προειδοποιεί για τον κίνδυνο οι συνεχιζόμενες περικοπές να οδηγήσουν σε κοινωνική αναταραχή και να καταστήσουν τη χώρα μη-κυβερνήσιμη. Επίσης ο επικεφαλής των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών απορρίπτει κατηγορηματικά τις εισηγήσεις για κλείσιμο των συνόρων και αποκλεισμό της Ελλάδας από την Σένγκεν, κάνοντας λόγο για προτάσεις που «δηλητηριάζουν τον ευρωπαϊκό διάλογο». Χαρακτηρίζει δε «σχεδόν κυνικές» τις προειδοποιήσεις προς την Ελλάδα για την καλύτερη φύλαξη των συνόρων, ενώ υπενθυμίζει ότι τα περισσότερα χρήματα που έχουν δοθεί ως βοήθεια στην Ελλάδα κατέληξαν στους διεθνείς δανειστές και όχι στην ελληνική οικονομία.
Και μιλάμε για «εκστρατεία» γιατί όλα αυτά τα γράφει σε ένα μακροσκελές άρθρο το οποίο δημοσιεύεται αποκλειστικά στο Αθηναϊκό Πρακτορείο και σε τέσσερις μεγάλες ευρωπαϊκές εφημερίδες (El Pais, Le Monde, La Republica, Frankfurter Allgemeine Zeitung).
Ο κ. Γκάμπριελ επιχειρεί να υπενθυμίσει στις χώρες της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης την ιστορία της ευρωπαϊκής ενοποίησης και τη θέση των χωρών τους σε αυτή τη διαδικασία, ενώ περιγράφει τα πλεονεκτήματα του «ευρωπαϊκού ονείρου» και τη σημασία της εμβάθυνσης της συνοχής της Ένωσης, της εξάλειψης των ανισοτήτων, αλλά και της από κοινού δράσης, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι παγκόσμιες προκλήσεις.
Αναφερόμενος ειδικά στην προσφυγική κρίση, διερωτάται πώς είναι δυνατόν να βρίσκονται τόσα δισεκατομμύρια προκειμένου να σωθούν οι τράπεζες, αλλά όχι για να σωθούν άνθρωποι και, απευθυνόμενος στη χώρα του, προειδοποιεί ότι «όσο η Γερμανία αυτοπεριορίζεται στις εκκλήσεις για αλληλεγγύη στην υποδοχή των προσφύγων, αλλά δεν είναι διατεθειμένη να επενδύσει περισσότερο στην ανάπτυξη και στις θέσεις εργασίας στην Ευρώπη, κανείς δεν θα έρθει να μας βοηθήσει».
Το πλήρες κείμενο του άρθρου του αντικαγκελάριου και υπουργού Οικονομίας της Γερμανίας, Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, υπό τον τίτλο: «Το μέλλον μιας μεγάλης ιδέας».
Διαβάστε τη συνέχεια ΕΔΩΠριν από πενήντα χρόνια, στην τότε κομμουνιστική Πολωνία, ο Αρχιεπίσκοπος του Βρόκλαου έγραψε μια πάρα πολύ γενναία και διορατική επιστολή. Προχώρησε δε στέλνοντας αυτή την επιστολή σε όλους τους Επισκόπους στην Γερμανία, εκ μέρους των συναδέλφων τους στην Πολωνία. Η επιστολή γράφτηκε στα βάθη του Ψυχρού Πολέμου, σε μια κοινωνία που είχε βιώσει την συστηματική καταστροφή της Πολωνίας και την οργανωμένη μαζική δολοφονία που εκτελείτο από τους Γερμανούς σε Άουσβιτς, Τρεμπλίνκα και Σόμπιμπορ. Με τα λόγια: «Συγχωρούμε και ζητούμε συγχώρηση», ο Καρδινάλιος Κόμινεκ έκανε το πρώτο μεγάλο βήμα προς την γερμανο-πολωνική συμφιλίωση. Μόνο λίγα χρόνια αργότερα ο Βίλι Μπραντ έκανε την διάσημη γονυκλισία του στο μνημείο για την Εξέγερση του Γκέτο της Βαρσοβίας.Ήταν περίπου εκείνη την εποχή που ο Καρδινάλιος Κόμινεκ επισήμανε αυτό που θεωρούσε ότι έπρεπε να αποτελεί κοινό στόχο: «Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε ο τρόπος ομιλίας μας να είναι εθνικιστικός. Πρέπει να είναι ευρωπαϊκός με την βαθύτερη έννοια του όρου. Η Ευρώπη είναι το μέλλον - ο εθνικισμός είναι ένα πράγμα του παρελθόντος». Πράγματι, αυτό δείχνει την έκταση της πίστης της Πολωνίας στην ευρωπαϊκή ιδέα. Ο Καρδινάλιος Κόμινεκ έχει προ πολλού ξεχαστεί στην Γερμανία και είναι πιθανόν ακόμη λιγότερο γνωστός στην Ευρώπη. Πενήντα χρόνια μετά την ποιμενική επιστολή του, ο Καρδινάλιος Κόμινεκ θα άξιζε να θεωρείται ένας από τους πατέρες της Ευρώπης, μεταξύ των Ντε Γκασπέρι, Μάνσολτ, Μονέ και Σουμάν. Τοποθετώντας τον στις τάξεις αυτών των προσώπων εμείς οι Γερμανοί θα προχωρούσαμε σε μια δήλωση προς τους Πολωνούς γείτονές μας: ότι γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η Ευρώπη δεν θα ανακάμψει στη βάση του τι θέλει και του τι κάνει η Γερμανία, αλλά μόνο στη βάση της κοινής βούλησης όλων να διατηρήσουμε την πολιτική ενότητα ως το σπουδαιότερο επίτευγμα του πολιτισμού στην ιστορία της ηπείρου μας. Τα λόγια του Καρδιναλίου Κόμινεκ αποτελούν για όλους μας μια προειδοποίηση να μην ξαναπέσουμε στο «χθες» του εθνικισμού. Αυτή η προειδοποίηση δεν ήταν ποτέ πιο σημαντική από ό,τι είναι σήμερα.Η ευρωπαϊκή ενότητα περνάει τώρα μία από τις μεγαλύτερες δοκιμασίες αντοχής από το τέλος του Πολέμου. Ο κόσμος το λέει συχνά ‘ύστατη δοκιμασία‘. Και έχουν δίκιο όταν λένε ότι οι κοινοί θεσμοί, όπως το ευρώ και η ζώνη Σένγκεν, πρέπει τώρα περισσότερο από ποτέ να σταθούν ισχυροί. Παραταύτα αμφιβάλλω αν είναι συνετό να πλάθουμε την εικόνα - και να το κάνουμε αυτό επανειλημμένα και με αυξανόμενα κινδυνολογικό τρόπο - μιας Ευρώπης η οποία βρίσκεται στο χείλος της κατάρρευσης. Υπάρχουν υπερβολικά πολλές αλληλοκατηγορίες από δω κι από κει. Χώρες εκδίδουν τελεσίγραφα η μία για την άλλη, τα οποία δεν πετυχαίνουν τίποτα άλλο από το να ενισχύουν τις εθνικές ευαισθησίες και να τις περιχαρακώνουν ακόμη πιο βαθιά. Φωνές που κραυγάζουν «αποτυχία» ακούγονται συχνά εδώ και πολλά χρόνια: «Το ευρώ αποτυγχάνει...», «Η Σένγκεν αποτυγχάνει...», «Το Δουβλίνο αποτυγχάνει...». Και η προφητεία καταλήγει πάντα με την απειλή της αποτυχίας της Ευρώπης. Αν ο στόχος είναι απλώς να ζωγραφίσουμε άλλη μια αρνητική εικόνα στον δρόμο προς το επόμενο κρίσιμο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, θα ήταν καλύτερα να μείνουμε σιωπηλοί. Διότι αυτό για το οποίο χρειάζεται πράγματι να συζητήσουμε, είναι η ικανότητα της Ευρώπης να περάσει με επιτυχία την δοκιμασία. Και αν σκεφτούμε το θάρρος των πατέρων της Ευρώπης - εκείνων που εκπροσωπούσαν τα έθνη των θυμάτων, μόνο λίγα χρόνια μετά από όλες τις δολοφονίες - να προσκαλέσουν ως πολιτισμένα έθνη στο ίδιο τραπέζι το έθνος που επιτέθηκε, δεν έχουμε λόγο να μας λείπει η ελπίδα.
