Τρία κορίτσια, γύρω στα 12 με 13 χρονών, σε ένα μπαλκόνι υπό τους ήχους ενός τραγουδιού που ακούγεται πολύ αυτήν την εποχή, μαθαίνουν χορευτικές φιγούρες και μια γυναίκα (μάλλον μάνα ενός εκ των κοριτσιών) τα παρακολουθεί και τα καθοδηγεί πώς να χορεύουν.
Έξω από ένα καφενείο, στέκι φιλάθλων της ποδοσφαιρικής ομάδας της περιοχής, στα τραπεζάκια έξω, λίγο παράμερα από τους άλλους θαμώνες, ένας ξερακιανός άντρας, μάλλον «χαμένο κορμί», ρίχνει σ’ ένα
πλαστικό μπουκαλάκι του μισού λίτρου σχεδόν γεμάτο με νερό, το περιεχόμενο από ένα φακελάκι στιγμιαίου καφέ και μετά κλείνει το μπουκάλι και αναδεύει το νερό για να φτιάξει «τζάμπα» καφέ και οι γύρω τον κοιτούν και τον σχολιάζουν χαμογελώντας ειρωνικά.
Στο αναψυκτήριο, με τις κούνιες και τις τσουλήθρες παραδίπλα, που πηγαίνουν είτε οι μπαμπάδες είτε οι παππούδες ή οι γιαγιάδες «βάρδιας» τα νήπια τους να παίξουν, οι μαμάδες με άλλες φιλενάδες κάθονται και πίνουν καφέ -κι άλλοτε παίζουν αντίστροφα οι ρόλοι.
Ένας ηλικιωμένος στο στενό μπαλκόνι -του δεύτερου ορόφου- κάθεται σε μια πλαστική καρέκλα δίπλα στο τραπεζάκι και αγναντεύει το άπειρο σιωπηλός… για να περάσει η ώρα, να έρθει η νύχτα, να μπει μέσα, να φάει το βραδινό του και να πέσει να κοιμηθεί. Τι άλλο να κάνει;
Σε ένα παγκάκι του πάρκου με το σιντριβάνι και τις μεγάλες τσουλήθρες, κάθεται μόνος ένας νεαρός της παντρειάς, ηλιοκαμένος (από δουλειά κι όχι από μπάνια στη θάλασσα) κρατώντας ένα μπουκάλι μπίρας στο χέρι και πίνει αργά, καπνίζοντας πού και πού και κανένα τσιγάρο.
Στο γωνιακό γυράδικο, από τα πιο φημισμένα της περιοχής, δύο αγόρια σε προχωρημένη εφηβεία, έχουν στρωθεί σε ένα τραπεζάκι έξω και τρώνε μπουκωμένα το καθένα από ένα παραγεμισμένο πιτόγυρο (με απ’ όλα μέσα) κατεβάζοντας τις μπουκιές με γουλιές μιας κόλας που πίνουν από τενεκεδένιο κουτάκι.
Δύο ηλικιωμένες κυρίες, καλοντυμένες και με κρεπαρισμένο μαλλί, τρώνε, καθισμένες σε ένα τραπεζάκι έξω στον πεζόδρομο, παραδοσιακούς λουκουμάδες στο πιάτο με μαχαιροπίρουνο, περιχυμένους με μέλι αραιό.
Μέσα σε ένα διπλοπαρκαρισμένο αυτοκίνητο, απέναντι από φούρνο-ζαχαροπλαστείο με όλου του κόσμου τις λιχουδιές, γλυκιές και αλμυρές, κάθεται ένα ζευγάρι μεσήλικων στις θέσεις του οδηγού και συνοδηγού και τρώνε σε κυπελάκι παγωτό με πλαστικό κουταλάκι -γλείφοντας τα χείλη τους.
Στην άκρη της πλατείας ένας άντρας και μια γυναίκα, μελαμψοί σαν τσιγγάνοι, έχουν στήσει τη φουφού και ψήνουν καλαμπόκια, ενώ δίπλα τους κάθεται σε αναπηρικό καροτσάκι μια γριά με ένα μόνο πόδι και καπνίζει (σαν φουγάρο).
Περνάει ένα αυτοκίνητο ι.χ. που το οδηγεί ένας νεαρός κάγκουρας, με τα παράθυρα ορθάνοιχτα και το στερεοφωνικό ήχου να παίζει στη διαπασών ένα λαϊκό-ποπ σουξέ της εποχής και μετά μαρσάρει και απομακρύνεται (πάει να τον «ακούσουν» και σε άλλη γειτονιά).
Μια νεαρή μαμά με παραπανίσια κιλά (που της έμειναν ίσως αμανάτι από την εγκυμοσύνη) έχει ξαπλώσει το μωρό της σε μια πεζούλα της πλατείας, δίπλα στο καρότσι του μωρού, και το γυμνώνει από τη μέση και κάτω, το ξεσκατώνει και μετά το σκουπίζει με υγρό μαντιλάκι και του αλλάζει πάνα-βρακάκι.
Ένας γκριζομάλλης και φαλακρός μεσήλικας (και βάλε) βγαίνει στο μπαλκόνι του με τα φυτά, φορώντας μόνο τα εσώρουχά του, μποξεράκι και αμάνικο φανελάκι, σκύβει και κοιτάει κάτω στο δρόμο και γύρω στα άλλα μπαλκόνια, τεντώνεται και μετά επιστρέφει μέσα (στην τηλεόραση που τον περιμένει πάντα με την «αγκάλη ανοιχτή»).
Στον κεντρικό δρόμο, ανεβασμένοι πάνω σε ένα σκουτεράκι δύο νεαροί, ξεμανίκωτοι, με σώμα γεροδεμένο και μαύρο κορακίσιο μαλλί, κάνουν νευρικό σλάλομ -σαν κάποιος να τους καταδιώκει- ανάμεσα στα άλλα αυτοκίνητα που κινούνται (πιο) αργά.
Στο προποτζίδικο νέοι, μεσήλικες, γέροι, τζογάρουν τα ψιλά τους κάθε απόγευμα μέχρι το βράδυ, κοιτώντας με προσήλωση τις οθόνες με τα αποτελέσματα, θαρρείς και αν τα πιάσουν χοντρά θα ξέρουν τι να τα κάνουν μετά (ή τι άλλο να κάνουν από ό, τι ήδη κάνουν -οι ανεπρόκοποι!).
Στο μισοσκότεινο μπαρ-καφέ της γειτονιάς, κορίτσια και αγόρια ντυμένα στην τρίχα (του συρμού) πίνουν σναπς, μπίρες ή κάτι άλλο πιο δυνατό, λένε και καμιά μαλακία να περνάει η ώρα (όπως ο λαγός στο ανέκδοτο) ή κάνουν σχέδια για το πού θα πάνε μετά (σήμερα, αύριο, μεθαύριο…).
Τα πιο μικρά παιδιά, έχουν επιστρέψει στα σπίτια τους, κι αφού έχουν παίξει, έχουν φάει, έχουν πιει γάλα ή χυμό, έχουν πλύνει τα δόντια τους, πέφτουν στα κρεβάτια τους αποκαμωμένα να κοιμηθούν -και να ονειρευτούν (κι άλλα παιχνίδια πιο συναρπαστικά από αυτά της πραγματικότητας).
Κάτι λιγοστά κουνούπια, μοβόρικα, «σκάνε μύτη» εδώ κι εκεί και αρχίζουν τις ύπουλες εφόδους στους πιο γλυκοαίματους.
Μια παράτολμη κατσαρίδα εμφανίζεται στα πλακάκια του μπάνιου στα σκοτεινά, την ώρα που όλοι στο σπίτι κοιμούνται με τις πόρτες και τα παράθυρα ανοιχτά.
Έτσι είναι τώρα το καλοκαίρι… Του χρόνου ποιος ξέρει!
Σωτήρης Ζήκος
(sz@citymedia.gr)
http://www.cityportal.gr
Έξω από ένα καφενείο, στέκι φιλάθλων της ποδοσφαιρικής ομάδας της περιοχής, στα τραπεζάκια έξω, λίγο παράμερα από τους άλλους θαμώνες, ένας ξερακιανός άντρας, μάλλον «χαμένο κορμί», ρίχνει σ’ ένα
πλαστικό μπουκαλάκι του μισού λίτρου σχεδόν γεμάτο με νερό, το περιεχόμενο από ένα φακελάκι στιγμιαίου καφέ και μετά κλείνει το μπουκάλι και αναδεύει το νερό για να φτιάξει «τζάμπα» καφέ και οι γύρω τον κοιτούν και τον σχολιάζουν χαμογελώντας ειρωνικά.
Στο αναψυκτήριο, με τις κούνιες και τις τσουλήθρες παραδίπλα, που πηγαίνουν είτε οι μπαμπάδες είτε οι παππούδες ή οι γιαγιάδες «βάρδιας» τα νήπια τους να παίξουν, οι μαμάδες με άλλες φιλενάδες κάθονται και πίνουν καφέ -κι άλλοτε παίζουν αντίστροφα οι ρόλοι.
Ένας ηλικιωμένος στο στενό μπαλκόνι -του δεύτερου ορόφου- κάθεται σε μια πλαστική καρέκλα δίπλα στο τραπεζάκι και αγναντεύει το άπειρο σιωπηλός… για να περάσει η ώρα, να έρθει η νύχτα, να μπει μέσα, να φάει το βραδινό του και να πέσει να κοιμηθεί. Τι άλλο να κάνει;
Σε ένα παγκάκι του πάρκου με το σιντριβάνι και τις μεγάλες τσουλήθρες, κάθεται μόνος ένας νεαρός της παντρειάς, ηλιοκαμένος (από δουλειά κι όχι από μπάνια στη θάλασσα) κρατώντας ένα μπουκάλι μπίρας στο χέρι και πίνει αργά, καπνίζοντας πού και πού και κανένα τσιγάρο.
Στο γωνιακό γυράδικο, από τα πιο φημισμένα της περιοχής, δύο αγόρια σε προχωρημένη εφηβεία, έχουν στρωθεί σε ένα τραπεζάκι έξω και τρώνε μπουκωμένα το καθένα από ένα παραγεμισμένο πιτόγυρο (με απ’ όλα μέσα) κατεβάζοντας τις μπουκιές με γουλιές μιας κόλας που πίνουν από τενεκεδένιο κουτάκι.
Δύο ηλικιωμένες κυρίες, καλοντυμένες και με κρεπαρισμένο μαλλί, τρώνε, καθισμένες σε ένα τραπεζάκι έξω στον πεζόδρομο, παραδοσιακούς λουκουμάδες στο πιάτο με μαχαιροπίρουνο, περιχυμένους με μέλι αραιό.
Μέσα σε ένα διπλοπαρκαρισμένο αυτοκίνητο, απέναντι από φούρνο-ζαχαροπλαστείο με όλου του κόσμου τις λιχουδιές, γλυκιές και αλμυρές, κάθεται ένα ζευγάρι μεσήλικων στις θέσεις του οδηγού και συνοδηγού και τρώνε σε κυπελάκι παγωτό με πλαστικό κουταλάκι -γλείφοντας τα χείλη τους.
Στην άκρη της πλατείας ένας άντρας και μια γυναίκα, μελαμψοί σαν τσιγγάνοι, έχουν στήσει τη φουφού και ψήνουν καλαμπόκια, ενώ δίπλα τους κάθεται σε αναπηρικό καροτσάκι μια γριά με ένα μόνο πόδι και καπνίζει (σαν φουγάρο).
Περνάει ένα αυτοκίνητο ι.χ. που το οδηγεί ένας νεαρός κάγκουρας, με τα παράθυρα ορθάνοιχτα και το στερεοφωνικό ήχου να παίζει στη διαπασών ένα λαϊκό-ποπ σουξέ της εποχής και μετά μαρσάρει και απομακρύνεται (πάει να τον «ακούσουν» και σε άλλη γειτονιά).
Μια νεαρή μαμά με παραπανίσια κιλά (που της έμειναν ίσως αμανάτι από την εγκυμοσύνη) έχει ξαπλώσει το μωρό της σε μια πεζούλα της πλατείας, δίπλα στο καρότσι του μωρού, και το γυμνώνει από τη μέση και κάτω, το ξεσκατώνει και μετά το σκουπίζει με υγρό μαντιλάκι και του αλλάζει πάνα-βρακάκι.
Ένας γκριζομάλλης και φαλακρός μεσήλικας (και βάλε) βγαίνει στο μπαλκόνι του με τα φυτά, φορώντας μόνο τα εσώρουχά του, μποξεράκι και αμάνικο φανελάκι, σκύβει και κοιτάει κάτω στο δρόμο και γύρω στα άλλα μπαλκόνια, τεντώνεται και μετά επιστρέφει μέσα (στην τηλεόραση που τον περιμένει πάντα με την «αγκάλη ανοιχτή»).
Στον κεντρικό δρόμο, ανεβασμένοι πάνω σε ένα σκουτεράκι δύο νεαροί, ξεμανίκωτοι, με σώμα γεροδεμένο και μαύρο κορακίσιο μαλλί, κάνουν νευρικό σλάλομ -σαν κάποιος να τους καταδιώκει- ανάμεσα στα άλλα αυτοκίνητα που κινούνται (πιο) αργά.
Στο προποτζίδικο νέοι, μεσήλικες, γέροι, τζογάρουν τα ψιλά τους κάθε απόγευμα μέχρι το βράδυ, κοιτώντας με προσήλωση τις οθόνες με τα αποτελέσματα, θαρρείς και αν τα πιάσουν χοντρά θα ξέρουν τι να τα κάνουν μετά (ή τι άλλο να κάνουν από ό, τι ήδη κάνουν -οι ανεπρόκοποι!).
Στο μισοσκότεινο μπαρ-καφέ της γειτονιάς, κορίτσια και αγόρια ντυμένα στην τρίχα (του συρμού) πίνουν σναπς, μπίρες ή κάτι άλλο πιο δυνατό, λένε και καμιά μαλακία να περνάει η ώρα (όπως ο λαγός στο ανέκδοτο) ή κάνουν σχέδια για το πού θα πάνε μετά (σήμερα, αύριο, μεθαύριο…).
Τα πιο μικρά παιδιά, έχουν επιστρέψει στα σπίτια τους, κι αφού έχουν παίξει, έχουν φάει, έχουν πιει γάλα ή χυμό, έχουν πλύνει τα δόντια τους, πέφτουν στα κρεβάτια τους αποκαμωμένα να κοιμηθούν -και να ονειρευτούν (κι άλλα παιχνίδια πιο συναρπαστικά από αυτά της πραγματικότητας).
Κάτι λιγοστά κουνούπια, μοβόρικα, «σκάνε μύτη» εδώ κι εκεί και αρχίζουν τις ύπουλες εφόδους στους πιο γλυκοαίματους.
Μια παράτολμη κατσαρίδα εμφανίζεται στα πλακάκια του μπάνιου στα σκοτεινά, την ώρα που όλοι στο σπίτι κοιμούνται με τις πόρτες και τα παράθυρα ανοιχτά.
Έτσι είναι τώρα το καλοκαίρι… Του χρόνου ποιος ξέρει!
Σωτήρης Ζήκος
(sz@citymedia.gr)
http://www.cityportal.gr

0 Σχόλια
Αποφύγετε τις ύβρεις για να μην αναγκαζόμαστε να διαγράφουμε.Είμαστε υπέρ της ελεύθερης έκφρασης και του διαλόγου